Η ρύθμιση που καταρρέει είναι δυσκολότερη υπόθεση από τη ρύθμιση που δεν έγινε ποτέ. Ο οφειλέτης έχει ήδη καταβάλει ποσά, έχει χάσει χρόνο, και βρίσκεται απέναντι σε πιστωτές που πλέον έχουν εκτελεστό τίτλο και βεβαιωμένη εικόνα της περιουσίας του.
Πότε χάνεται
Το άρθρο 27 του ν. 4738/2020 ορίζει δύο εναλλακτικά κατώφλια.
Η σύμβαση αναδιάρθρωσης μπορεί να καταγγελθεί όταν ο οφειλέτης καθυστερήσει ποσό που υπερβαίνει είτε την αξία τριών (3) δόσεων είτε το τρία τοις εκατό (3%) του συνολικά οφειλομένου ποσού προς τον συγκεκριμένο πιστωτή.
Το δεύτερο κατώφλι λειτουργεί συχνά πριν από το πρώτο. Σε μεγάλες οφειλές, το 3% μπορεί να συμπληρωθεί με λιγότερες από τρεις δόσεις.
Τι συμβαίνει στις οφειλές
Οι απαιτήσεις του πιστωτή που κατήγγειλε αναβιώνουν στο ύψος που είχαν πριν από τη σύμβαση, αφαιρουμένων των ποσών που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο της ρύθμισης. Καθίστανται άμεσα ληξιπρόθεσμες και απαιτητές.
Πρακτικά, η διαγραφή που είχε επιτευχθεί χάνεται. Ο οφειλέτης επιστρέφει στο αρχικό ποσό, με πιστωμένες τις καταβολές του.
Η απώλεια ως προς έναν πιστωτή δεν ασκεί από μόνη της επίδραση στη θέση των υπολοίπων. Υπάρχει όμως ένα σημείο που δεν διαβάζεται στην ώρα του: η καταγγελία από άλλον πιστωτή μπορεί να αποτελέσει και για τους υπόλοιπους λόγο καταγγελίας. Η αλυσίδα κινείται.
Οι ειδικοί λόγοι για Δημόσιο και ΕΦΚΑ
Όταν στη ρύθμιση μετέχουν φορείς του Δημοσίου, η απώλεια επέρχεται αυτοδίκαια, χωρίς να απαιτείται καταγγελία, όταν συντρέξει ένας από τους ειδικούς λόγους.
Για την ΑΑΔΕ, τέτοιοι λόγοι είναι η μη καταβολή ή η μερική καταβολή δόσεων έως τη συμπλήρωση ποσού που αντιστοιχεί σε τρεις δόσεις, η παράλειψη υποβολής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος και ΦΠΑ εντός τριών μηνών από τη λήξη της προθεσμίας τους, και η παράλειψη τακτοποίησης νεότερων οφειλών.
Στο τελευταίο αυτό σημείο υπάρχουν σαφείς προθεσμίες. Οφειλές που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες πριν από τη σύναψη της σύμβασης και δεν εντάχθηκαν σε αυτήν πρέπει να τακτοποιηθούν εντός ενενήντα (90) ημερών από τη σύναψη. Οφειλές που καθίστανται ληξιπρόθεσμες μετά, εντός εξήντα (60) ημερών από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας καταβολής τους.
Αντίστοιχοι λόγοι ισχύουν και για τον e-ΕΦΚΑ.
Το συμπέρασμα είναι πρακτικό. Η ρύθμιση δεν χάνεται μόνο επειδή δεν πληρώθηκε δόση. Χάνεται και επειδή δεν υποβλήθηκε μια δήλωση.
Το παράθυρο της δεύτερης ευκαιρίας
Κατά κανόνα, ο οφειλέτης που έχασε ρύθμιση δεν μπορεί να επανέλθει αμέσως. Μεσολαβεί χρονικός περιορισμός.
Με το άρθρο 14 του ν. 5313/2026 εισήχθη μεταβατική ρύθμιση έξι μηνών, η οποία επιτρέπει σε οφειλέτες που αθέτησαν προηγούμενη σύμβαση εξωδικαστικού μηχανισμού λόγω μη καταβολής να υποβάλουν νέα αίτηση νωρίτερα από ό,τι θα επέτρεπε ο γενικός κανόνας.
Πρόκειται για προθεσμία που τρέχει και δεν επαναλαμβάνεται. Όποιος βρίσκεται σε αυτή τη θέση οφείλει να ελέγξει πού βρίσκεται μέσα στο εξάμηνο.
Τι κάνετε πρακτικά, με τη σειρά
Ελέγξτε αν έχει όντως επέλθει απώλεια ή αν βρίσκεστε ακόμη πριν από το κατώφλι. Η διαφορά ανάμεσα σε δύο και σε τρεις δόσεις καθυστέρησης είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια ρύθμιση που σώζεται και σε μια που χάθηκε.
Αν το κατώφλι δεν έχει συμπληρωθεί, η άμεση κάλυψη του υπολοίπου είναι η φθηνότερη ενέργεια που θα κάνετε ποτέ σε αυτή την υπόθεση.
Αν έχει επέλθει η απώλεια, ζητήστε εγγράφως από τον πιστωτή αναλυτική κατάσταση με το ποσό που αναβίωσε και τις καταβολές που πιστώθηκαν. Ο έλεγχος του υπολοίπου δεν είναι τυπικός.
Ελέγξτε τις φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις, γιατί εκεί κρύβονται οι αυτοδίκαιοι λόγοι απώλειας.
Εξετάστε αν εμπίπτετε στο εξάμηνο παράθυρο του ν. 5313/2026.
Το ουσιώδες
Η απώλεια της ρύθμισης δεν είναι το τέλος της διαδρομής, είναι όμως σημείο όπου ο χρόνος δουλεύει εναντίον σας. Οι απαιτήσεις είναι άμεσα απαιτητές, η αναστολή του άρθρου 18 δεν ισχύει πια, και η αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να ξεκινήσει ή να συνεχιστεί.
Αν λάβατε καταγγελία σύμβασης αναδιάρθρωσης ή ειδοποίηση απώλειας ρύθμισης, επικοινωνήστε μαζί μας πριν παρέλθουν οι προθεσμίες. Δείτε επίσης πώς προκύπτουν οι δόσεις.